εγγραφή: δημοσιεύσεις | σχόλια

Γιατί διαφωνούμε με την αξιολόγηση

Γιατί διαφωνούμε με την αξιολόγηση

Γιατί διαφωνούμε με την αξιολόγηση

Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και της σχολικής μονάδας που σχεδιάζεται και προωθείται από το Υπουργείο Παιδείας, συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη αξιολόγηση προσώπων και υπηρεσιών του δημοσίου, με στόχο, αφενός τη συρρίκνωση του κράτους και, αφετέρου τις απολύσεις εκατοντάδων χιλιάδων υπαλλήλων στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως επιτάσσει η Τρόικα.

Διαφαίνεται ξεκάθαρα, ότι η αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για την αξιολόγηση στην εκπαίδευση υποκρύπτει την πρόθεση μιας νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού δομικής μεταρρύθμισης του κράτους και της διαμόρφωσης ενός δημόσιου τομέα που θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικούς όρους-κριτήρια, με διευθυντές-μάνατζερς (και εν προκειμένω στην εκπαίδευση, όχι διευθυντές-παιδαγωγούς) και ελαστικές εργασιακές σχέσεις. Σαφώς, το δημόσιο που θα προκύψει θα καθορίζεται στη λειτουργία του κυρίαρχα από τους ιδιώτες και το κεφάλαιο. Ήδη η πρακτική της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων και οι μνημονιακές υπαγορεύσεις για περικοπές δαπανών, συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων και κατάργηση “κοστοβόρων” δημοσίων υπηρεσιών στοχοποιεί ως ενόχους της δημοσιονομικής κρίσης τους πλεονάζοντες “οκνηρούς” δημοσίους υπαλλήλους, και ανάμεσά τους τούς “υπερβολικά πολλούς” εκπαιδευτικούς. Εργαλείο και βασικός μηχανισμός νομιμοποίησης των απολύσεων είναι η αξιολόγηση, σε κάθε της μορφή είτε φτιασιδωμένη ως αυτοαξιολόγηση-εσωτερική είτε ξεκάθαρα ελεγκτική-τιμωρητική ως εξωτερική. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στις χώρες με νεοφιλελεύθερη κουλτούρα η αξιολόγηση είναι ο έτερος διόσκουρος της ποιότητας, καθώς η πρώτη “διασφαλίζει” τη δεύτερη, ενώ και οι δύο όροι προέρχονται από τον χώρο των επιχειρήσεων και των βιομηχανιών. Το σχολείο αποπειράται να καταστεί φάμπρικα εκμετάλλευσης ενός εξειδικευμένου “εργατικού” προσωπικού, που θα αποτιμάται ως προς τα αποτελέσματα – προϊόντα του με βάση ποσοτικά κριτήρια και όρους που εκ των πραγμάτων και εκ της φύσης της εκπαίδευσης δεν μπορούν να εφαρμοσθούν.

Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση ως έννοια και πρακτική δεν είναι ασφαλώς πολιτικά και ιδεολογικά ουδέτερη και ασφαλώς δεν σχετίζεται στην πραγματικότητα με την αξιοκρατία και την επιβράβευση των άξιων εκπαιδευτικών. Η αξιολόγηση ως έννοια διαθέτει ένα πολύ συγκεκριμένο ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο, τα οποία με τη σειρά τους διευκρινίζονται από τις απαντήσεις στα αριστοτελικών κατηγοριών ερωτήματα για το τι ακριβώς θα αξιολογηθεί, πώς θα αξιολογηθεί, από ποιους θα αξιολογηθεί και γιατί εν τέλει θα αξιολογηθεί ο εκπαιδευτικός. Στη δυσμενή (και κατά πολλούς σχεδιασμένα διογκωμένη) συγκυρία της δημοσιονομικής ένδειας-κρίσης, η αξιολόγηση επιστρατεύεται και προστίθεται στο λαϊκίστικου χαρακτήρα ιδεολογικοπολιτικό εξοπλισμό του κράτους, προκειμένου να ελεγχθεί αποτελεσματικότερα το προϊόν της εκπαίδευσης στην κατεύθυνση κάλυψης των αναγκών και επιταγών της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η εκπαίδευση καθίσταται ο βασικός μηχανισμός διαμεσολάβησης πολιτικών επιλογών και πρακτικών, υπαγορευμένων από υπερεθνικά κέντρα εξουσίας και διεθνείς οργανισμούς, που έχουν ως απώτερο σκοπό την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας [1].

Στα καθ’ ημάς, η συνέπεια αυτών των πολιτικών θα είναι στο χείριστο ενδεχόμενο οι μαζικές απολύσεις εκπαιδευτικών και στο βέλτιστο η μισθολογική και επαγγελματική καθήλωση. Το νέο μισθολόγιο χωρίς περιστολές και λεκτικούς εξωραϊσμούς, καθιστά φανερό στην πράξη ότι η αξιολόγηση επιδιώκει να συρρικνώσει σε επίπεδα εξαθλίωσης τον μισθό των εκπαιδευτικών και συνακόλουθα να αναστείλει οριστικά την επαγγελματική τους εξέλιξη. Κατά συνέπεια, χιλιάδες εκπαιδευτικοί θα πρέπει εκ των πραγμάτων να αξιολογηθούν δυσμενώς, προκειμένου να εφαρμοσθούν κατά γράμμα οι μνημονιακές ντιρεκτίβες περί απολύσεων. Έτσι, μόνο ένα συγκεκριμένο ποσοστό των συναδέλφων θα θεωρείται ικανό να προαχθεί από το βαθμό Γ΄ στο βαθμό Β΄ και ένα ελάχιστο 20% από το βαθμό Β΄ στο βαθμό Α΄. Οι αξιολογικοί δείκτες μάλιστα που ορίζονται από το Υπουργείο Παιδείας για την αυτο-αξιολόγηση της σχολικής μονάδας αποδεικνύουν στην πράξη, πώς πίσω από τη ευγενή ρητορική της «συμμετοχικής αξιολόγησης» υποκρύπτονται τα νεοφιλελεύθερα προτάγματα για ένα σχολείο της αγοράς, όπου η κάθε σχολική μονάδα λειτουργώντας σαν επιχείρηση θα πρέπει αγωνιωδώς να μεριμνά για την επιβίωσή της στο ανταγωνιστικό πεδίο μιας εκπαιδευτικής οιoνεί αγοράς.

Είναι ξεκάθαρο δε πως θεωρείται μελλοντικά δεδομένη από το Υπουργείο Παιδείας η σταδιακή και εύσχημη απόσυρση του κράτους από τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, και η αναζήτηση πόρων σε άτομα, ιδιωτικούς φορείς και οργανισμούς, γεγονός που θα καταστήσει υποχρέωση όλων των εταίρων – εμπλεκομένων στο έως τώρα θεωρούμενο δημόσιο κοινωνικό αγαθό της εκπαίδευσης να αναλάβουν την ευθύνη της χρηματοδότησής του. Ο διευθυντής στο πλαίσιο αυτό θα καταστεί, κατά το αγγλοσαξονικό πρότυπο, κυνηγός πόρων (fund raiser), ενώ απαλλαγμένοι από την οικονομική συνεισφορά δε θα είναι ούτε οι γονείς, ως χρήστες-πελάτες [2] πλέον της εκπαίδευσης. Συνεπώς, οι κατά τα άλλα “αντικειμενικοί” ποιοτικοί και ποσοτικοί δείκτες, που εμφανίζονται και προτείνονται ήδη στο πλαίσιο της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας στοχεύουν στην υλοποίηση μιας έξωθεν υπαγορευμένης πολιτικής λογικής [3] που στοχεύει στην αποδόμηση του συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης.

Ο δε ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) που, κατά καιρούς, μισθώθηκε και χρησιμοποιήθηκε από τα ελληνικά αστικά κόμματα (π.χ. Γεώργιος Παπανδρέου 1964, Γιώργος Παπανδρέου 2010 κλπ) ως βασικός νομιμοποιητικός παράγων εκπαιδευτικών πολιτικών επιλογών, προτείνει ως θεραπεία για την ελληνική εκπαίδευση συνεχείς εξεταστικές διαδικασίες για την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών, στη μονομερή βάση των επιδόσεων των μαθητών. Σε αυτήν την αξιολόγηση αποσιωπούνται δυστυχώς sine qua non κριτήρια των προϋπαρχουσών κοινωνικών, οικονομικών, εθνικών και γεωγραφικών μεταβλητών, που εν πολλοίς προσδιορίζουν τη σχολική πορεία και τις επιδόσεις των μαθητών. Συμπέρασμα αβίαστο ακόμη και για τους μη γνωρίζοντες αυτά που φωνάζουν δεκαετίες τώρα οι κοινωνιολόγοι της εκπαίδευσης είναι ότι η αξιολόγηση γίνεται για άλλη μια φορά μηχανισμός κοινωνικής αναπαραγωγής, μοχλός διεύρυνσης των ανισοτήτων ως προς τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες και συντελεστής ταξινόμησης των σχολείων με βάση την κοινωνική σύνθεση των μαθητών τους σε σχολεία ελίτ και σε σχολεία αποθήκες.

Εδώ θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς τι θα περιγράφει το κείμενο αξιολόγησης ενός εκπαιδευτικού που εργάζεται στα σχολεία των βορείων προαστίων και τι η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού που εργάζεται με μαθητές από μειονεκτούντα κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα; Ποια θα είναι η εξελιξιμότητα αυτών των δύο εκπαιδευτικών που η υπηρεσιακή τους μοίρα θα τους έχει δυσανάλογα προδικάσει ένα μέλλον προαγωγής, στασιμότητας ή απόλυσης, αν συγκριθούν με απόλυτα ποσοτικά κριτήρια οι επιδόσεις των μαθητών τους ή εν γένει τα μαθησιακά αποτελέσματα;

Ακόμα και αν σταθούμε απέναντι στην αξιολόγηση με λιγότερο σκεπτικισμό, η ελληνική πραγματικότητα, διαμορφωμένη δεκαετίες τώρα, μας επιβάλλει το δίχως άλλο να αναρωτηθούμε αν μπορούν να υπάρξουν υγιείς και αξιοκρατικές αξιολογικές διαδικασίες στη χώρα του κομματικοποιημένου κράτους, των πελατειακών σχέσεων, των γνωριμιών, του φθόνου και της αναξιοκρατίας.


[1]Στη συνάντηση κορυφής του G8 (G7 + Ρωσία), το 2006 στη Μόσχα, εκπρόσωποι της ΕΕ, του ΟΟΣΑ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της UNESCO, της Κίνας, της Ινδίας, της Βραζιλίας, του Καζακστάν, του Μεξικό και της Νότιας Αφρικής υπέγραψαν από κοινού με τους υπουργούς παιδείας του G8 μια Διακήρυξη εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς στα εξής δέκα σημεία: 1) η εκπαίδευση πρέπει να συνεισφέρει στην παραγωγικότητα και την οικονομική ανταγωνιστικότητα, 2) ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να έχει πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα, 3) η εκπαίδευση πρέπει να συμβάλλει στην κοινωνική συνοχή, 4) τα εκπαιδευτικά ιδρύματα πρέπει να διοικούνται με τις μεθόδους του μάνατζμεντ, 5) πρέπει να γίνεται εκτεταμένη και αποτελεσματική χρήση των πληροφορικών τεχνολογιών, 6) να επιδιώκονται υψηλές επιδόσεις στα μαθηματικά, τις θετικές επιστήμες, την τεχνολογία και τις ξένες γλώσσες, 7) έμφαση πρέπει να δίνεται στην επαγγελματική εκπαίδευση,8) η δια βίου μάθηση πρέπει να είναι προσανατολισμένη στην αναβάθμιση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και συνδεδεμένη με την αγορά εργασίας, 9) πρέπει να δημιουργηθούν κοινοί μηχανισμοί αναγνώρισης τυπικών προσόντων, και 10) οι μεταναστευτικές πολιτικές θα πρέπει να συνδέονται με τα τυπικά προσόντα και τις δεξιότητες των μεταναστών (G8, 2006, Μούτσιος, 2010).

[2] Αξίζει εδώ να διευκρινιστεί ότι στα φιλελεύθερα αστικά κράτη του δυτικού ημισφαιρίου υιοθετείται συχνά ο όρος “πελάτης” (client), ενώ στη σοσιαλδημοκρατική ρητορεία ο όρος μετατρέπεται στο πιο κοινωνικά φιλικό “χρήστης” (user).

[3] Οι διαμορφωτές πολιτικής (γνωστοί και ως policy makers) που εργάζονται για λογαριασμό υπερεθνικών οργανισμών (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΟΟΣΑ , Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) υπαγορεύουν στους εδώ εντολοδόχους την υιοθέτηση πολιτικών απομακρυσμένων από τις εθνοκρατικές λογικές και προσαρμοσμένων στις επιταγές της παγκοσμιοποιημένης οικονομικής σφαίρας. Αυτές οι εξουσίες διεκδικούν και, στην ελληνική περίπτωση, έχουν πετύχει τη διακυβέρνηση της χώρας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΛΟΣ Δ.Σ. ΣΚΦΕ

Print Friendly, PDF & Email